( life is wonderful )

ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Την ώρα που έφευγα τον αγκάλιασα με μια αγκαλιά όπως εκείνες των αναχωρήσεων. Σύντομη για να μην μαρτυρήσει την συγκίνηση, μα και σφικτή, να κρατάει γερά η πρόθεση για το επανιδείν. Δεν είχε καμία σημασία ότι φεύγοντας θα έπαιρνα το αμάξι μου και θα διένυα απλώς μια διαδρομή από τον Άγιο Δομέτιο στην Έγκωμη. Εκείνο που είχε σημασία ήταν πως ο Άγγελος Μακρίδης, ένα πρωινό που πίναμε καφέ και ανθρακικό νερό στο στούντιο του, μου χάρισε ένα από τα πιο ωραία μου ταξίδια.
Χώθηκα μέσα στην τσαντα μου ψάχνοντας για αναπτήρα. Τι κάνεις εκεί; με ρώτησε με απορία. Κι’ ύστερα έβγαλε από την τσέπη του ένα ασημένιο dupont. Αυτό το αναπτήρα τον έχω από τα 15 μου, μου είπε και ήταν η σειρά μου να τον κοιτάξω με απορία. Δεν χάνω ποτέ τα μικρά μου αντικείμενα, βιάστηκε να εξηγήσει. Και εννοούσε αντικείμενα, που χωράνε μέσα στην παλάμη του, μ’αυτά είχε ανέκαθεν μανία, ίσως γιατί ανέκαθεν είχε την ανάγκη να εξασκεί το χάδι του. Έτσι μου τα λέει, όλα σε μια πρόταση και μ’ αρέσει που η τρυφερότητα σμίγει με την καθημερινότητα. Μιλάμε χύμα, χωρίς σημειώσεις, χωρις μαγνητόφωνα. Εκείνος φοράει μια μπλέ φόρμα όπως εκείνες των μηχανικών και εχει τα μαλλιά του ανάκατα. Κάθε τόσο παίζει με τα γένια του καθώς μιλά και γελάει αμήχανα, όταν αισθάνεται πως είπε κάτι βαρυσήμαντο. Δεν μου αρέσει να μιλώ φιλοσοφίες, μου λέει, παρότι είναι ολοφάνερο πως έχει διαβάζει, έχει δει και έχει ζήσει πάρα πολλά. Εσύ τι θέλεις να πούμε; με ρωτάει στη συνέχεια και του φαίνεται στημένο να αρχίσει να μου εξιστορεί την ζωή του. Πώς γεννήθηκε δηλαδή στην Γιαλούσα, μεγάλωσε στη Πάφο, πως ο πατερας του ήτανε γιατρός, «έχω φοβερές ιστορίες να σου διηγηθω για το πατέρα μου» και πως η μάνα του δεν του χάλαγε χατίρι. Της είχε «καταστρέψει» μια κουβέρτα ζωγραφίζοντας την, της είχε «καταστρέψει» και τα κολοκυθάκια που εκείνη γόραζε για μαγείρεμα, εκείνος τάπαιρνε και τα ζωγράφιζε, μα εκείνη δεν θύμωνε, τα κοιτούσε και τούλεγε πως ότι πιάνει στα χέρια του γίνεται χρυσός. Ναι είχε αυτή την ελευθερία από το σπίτι του και ξέρει πολύ καλά πόσο σημαντική ήταν στην εξέλιξη της έκφρασης του. Δεν μου το αναλύει. Τίποτα δεν αναλύουμε. Μιλάμε λες και ήτανε επιτέλους η στιγμή να γνωριστούμε. Και ήτανε επιτέλους η στιγμή.
Αισθάνθηκα αμήχανα όταν μου είπε πως διαβάζει τα κείμενα μου. Αισθάνθηκε αμήχανα όταν του ε΄πα πως τα γλυπτά του είναι σαν συντροφιά. Και μου φάνηκε παράξενο. Πως δεν διέφερε η αμηχανία μας. Παρότι εκείνος ενας καλλιτέχνης μεγάλου βελινεκούς και γω με ελάχιστα στο βιογραφικό μου. Δεν θεωρώ ότι έκανα κάτι σπουδαίο, μου είπε και γω το προσπέρασα ως αδύνατο να το εννοεί. Προτίμησα να σηκωστώ και να κόβω βόλτες μέσα στο στούντιο του. Ενας απίστευτος χώρος. Με απίστευτη ενέργεια. Σχεδόν μεταφυσική. Τα έργα του τοποθετημένα σε αταξία, το ένα πλάι στο άλλο, με μικρούς διαδρόμους να τα χωρίζουν, οι οποίοι μόλις και χωρούσαν τα βήματα μου. Είχα διαρκώς την αίσθηση ότι θα σκουντουφλήσω σε μια από τις πέτρες του ή εκείνα τα μικρά σιδερένια γοβάκια ή τις πέτρινες μορφές με τα φτερά, είχα όμως και την αίσθηση πως όσο τα πλησιάζα άκουγα τους ψυθίρους τους. «Δεν ξέρω τι εννοείτε, λέγοντας πως δεν κάνατε τίποτα σπουδαίο» αποφάσισα έτσι ξαφνικά να του πω, «μα προσωπικά το θεωρώ σπουδαίο να κοιτώ αυτά τα έργα και να νιώθω πως κουβαλάνε ζωές τις οποίες θάθελα πολύ να μπορούσα να εξερευνήσω». Χαμογέλασε σχεδόν σαν παιδί που κοκκινίζει. Και αυτή την αίσθηση μου άφηνε καθόλη τη διάρκεια που ήμουνα εκεί. Πως απέναντι μου είχα ένα παιδί, το οποίο κουβαλάει ωστόσο την σοφία των 67του χρόνων, κάθε στιγμή τους, κάθε λεπτό, χωρίς όμως να τους αφαιρεί σταγόνα από την αθωότητα του. Πώς γίνεται αυτό; ήθελα να μου πει, όπως θα ρώταγε ένας μαθητής τον δάσκαλο του. Εκείνος προτίμησε να μου διηγηθεί πως στο Βυζάντιο οι μεγάλοι ζωγράφοι, άφηναν τους μαθητές τους να τους παρακολουθούνε για χρόνια προτού τους επιτρέπουν να πιάσουν στα χέρια τους πινέλο. Ετσι εκείνοι έκαναν διάφορες δουλειές μέσα στο χώρο, σκούπιζαν, φρόντιζαν τα έργα τέχνης, αλλά συνάμα μαθαιναν πως το ταλέντο χρειάζεται παιδεία για να μπορέσει να απογειωθεί. «Δεν αρκεί να καταθέτεις μόνο την αλήθεια σου, γιατί στο όνομα αυτής της προσωπικής αλήθειας του καθενός είναι που γίνεται σήμερα κακή τέχνη». Τόπε και αμέσως ένιωσε πως η κουβέντα βαραίνει, έτσι άλλαξε παράγραφο… «Δύσκολα κάτι μπορεί να με εκπλήξει» είπε και γω πριν προλάβει να εξηγήσει ήμουνα έτοιμη να του το χρεωσω σαν κάποιου είδους αναπηρία. Τίποτα δεν σας εκπλήσσει; περιοριστηκα να επαναλάβω. «Εννοώ πως δύσκολα μπορώ να εντυπωσιαστώ με το μεγαλειώδης του ανθρώπου. Μπορεί να εντυπωσιαστώ πολύ περισσότερο πχ με το μεγαλειώδης των μυρμηγκιών. Μπορώ να τα παρακολουθώ για ώρες και να μένω έκπληκτος…». Καταλαβαίνω και συμφωνώ μαζί του. Πολλά από τα έργα του έτσι τα ξεκίνησε. Από μια περίεργεια ή ακόμα και για λόγους λιγότερο σημαντικούς όπως το να σπάζει ελιές-μ’αρέσουν πάρα πολύ οι τσακιστές ελιές- και ξαφνικά να βλέπει την πέτρα να παίρνει μια άλλη μορφή, η οποία τον προκαλούσε να την εξελίξει, να της δώσει μια άλλη ζωή. Ίσως αυτό εννοεί όταν λέει πως δεν΄εκανε τίποτε σπουδαίο. Γιατί δεν ήταν αυτή η αρχική του πρόθεση του. Και όσο για το αποτέλεσμα δυσκολευέται να το δει σαν θεατής. Μου ομολογεί, ωστόσο, πως όταν δημιουργεί φαντάζεται κατά καιρούς, πως πίσω του στέκονται διάφοροι ιδεατοί θεατές. Σαν ποιοι; ρωτώ. Ο Πολλοκ ή ο Πικασσό (για παράδειγμα). Δεν ρωτώ αν υποθέτει ποια θα ήταν τα σχόλια τους. Προτιμώ να μάθω πως νιώθει που κοιτά, εδώ, στο χώρο του, έργα που εκανε το 63 ή το 65. Παράξενα, μου απαντά κι’υστερα λέει χαμηλόφωνα: Το εργαστήρι μου είναι η ζωή μου και ο τάφος μου.
Πίσω ξανά, στην πολυθρόνα εγώ στην καρέκλα απέναντι μου εκείνος. Και πιο πισω τα γλυπτά του να μας κοιτάνε λες και περιμένουν την συνέχεια της κουβέντας μας. Μου αρέσουν ξέρεις τα κουτσομπολιά μου λέει και αιφνιδιάζομαι. Διάβάζει τώρα ένα βιβλίο για την ζωή του Ματίς και του Πικασσό. Μου λέει και για το Πώλ Ελυάρ που ήτανε με την γυναίκα του Νταλί και τα ερωτικά γράμματα που εκείνη έγραφε στον Νταλί ενώ ήταν με τον Ελυαρ. Τέτοια κουτσομπολιά εννοεί, από κείνα που γειώνουνε τους μύθους…
Κι’υστερα μιλάμε για μια άλλη παρέα Την δική του χρόνια πριν. Με τον Χριστόφορο Σάββα, τον Σφήκα, τον Βότση. Που νιώθανε πως κάποιος τους έκανε μεγάλη χάρη όταν ήθελε να γοράσει έργο τους. «Φαίνεται μου έμεινε αυτό το κόμπλεξ» γελάει. Και πιο νεαρός, ακόμα, φοιτητής, θυμάται τις συζητήσεις με τις παρέες τα βράδια, για τη φιλοσοφία του Σαγκάλ και τις δικές τους αμφισβητήσεις. Χρειάζεται ίσως να περάσεις από τέτοιες διαδρομές για να συνειδητοποιήσεις και την γοητεία στις διαδρομές των μυρμηγκιών σκέφτομαι, μα δεν είμαι σίγουρη και δεν του το λέω. Θέλω να μου δείξετε και τα σχέδια σας, αλλάζω κουβέντα. Τάχει σε ένα δωμάτιο δίπλα, τα περισσότερα σε ένα ντοσιέ, το ένα πάνω στο άλλο. Πρέπει να κάνετε μια έκδοση μ’αυτά, του λέω μα ο Άγγελος Μακρίδης ποτέ δεν ένιωσε ότι υπάρχει πρέπει σε σχέση με τα έργα του. Γι’αυτό κάνει ελάχιστες εκθέσεις. Γι’αυτό και συγκινείται ακόμα όταν ένας περαστικός τις προάλλες, που έκανε τζόγκιγκ στην γειτονιά μπήκε στο στούντιο του από περιέργεια, εντελως ανυποψίαστος και ύστερα φεύγοντας του είπε πως…ήταν ό,τι καλύτερο του έτυχε στην μέρα του. Ο ίδιος με τα σχέδια του έχει άλλη σχέση από ό,τι με τα γλυπτά του. «Τα σχέδια μου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να τα αλλάξω, να τα σκίσω, να τα πετάξω. Η γλυπτική είναι αλλιώς. Τα γλυπτά χτυπούν πάνω στο κεφάλι μου όπως τα είχα χτυπήσει εγώ. Όταν κάνω ένα κακό γλυπτό δεν το αντέχω. Στέκεται εκεί και μου δείχνει συνέχεια το λάθος μου».
Ανοίγει ακόμα ένα μπουκάλι με ανθρακικό νερό, και γώ ανάβω ξανά με το ντουπόντ αναπτήρα ένα τσιγάρο. Θέλω να τον ρωτήσω γιατί κάνει τέχνη μα φοβάμαι πως είναι μια ερώτηση στερεότυπη. Μα λες και διαβάζει την σκέψη μου… «Μια φίλη μου έλεγε» χαριτολογεί «πως εσύ ρε μαλάκα κάνεις τεχνη για να σε ερωτεύονται…». Γελάμε. Δεν ρωτώ αν είναι αλήθεια. Γιατί είναι. Τα έργα του, είτε κλείνουν μέσα τους τη μοναξιά, το θάνατο, τη τρυφερότητα, την αγωνία, τη ζωή είτε όλα αυτά μαζί, εκείνο που σου ψυθιρίζουν καθώς φεύγεις από το στούντιο του είναι πως μέσα από όλα αυτά θέλουν να σου υπενθυμίσουν να…ερωτεύεσαι. Λες και είναι έτοιμα να σου χαρίσουν μια αγκαλιά. Από κείνες των…αναχωρήσεων!