( life is wonderful )

RUN

Στεκόταν μπροστά από το ψυγείο. Κατακρίβειαν είχε ανοίξει το ψυγείο και στεκόταν μπροστά απο το περιεχόμενο του. Ένα καρπούζι κομμένο στα δύο, δύο τρείς φέτες τυριού κλεισμένες σε ένα ορθογώνιο τάπερ, ένα μπαγιάτικο ψωμί τυλιγμένο σε πλαστική σακούλα του Ζορμπά, μια δέσμη μαραμένο δυόσμο και τρείς μεγάλες μπουκάλες νερού Άγιος Νικόλαος. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο της στο μωσαικό σαν επιτόπια βροχή και γω το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού μου, την απουσία των κινήσεων της, ήταν πως στην πραγματικότητα δεν ήθελε ούτε να φάει, ούτε να πιεί. Το μόνο που επιζητούσε ήταν να αναπνεύσει παγωμένο αέρα, να περάσει ο πάγος μέσα στα πνευμόνια της να φτάσει μέχρι τον ομφαλό της και στην επιστροφή να βγεί από τα ρουθούνια της σαν μια πανηγυρική ανακούφιση πως είχε καταφέρει να νικήσει την κάψα. Δεν είχε καταφέρει όμως να νικήσει τίποτα. Ούτε εκείνη, ούτε και γω. Και αυτός ο δαιμονισμένος καύσωνας που όπως επαναλάμβαναν από το πρωί οι ειδήσεις είχε να συμβεί τριάντα ολόκληρα χρόνια, ήτανε λες και ήρθε για να αναλάβει την ευθύνη. Μπορούσαμε δηλαδή να του ρίξουμε όλο το φταίξιμο, ήδη μετρούσανε δύο θανάτους στα δελτία, με αίτιο την θερμοπληξία, εμείς είχαμε κάθε δικαιολογία λοιπόν να είμαστε οι επόμενοι δύο, έστω κι’αν το ιατρικό μας ιστορικό δεν ήτανε βεβαρυμένο. Η κοινή μας ζωή ήτανε γεμάτη από βαρίδια, τα οποία παριστάναμε τόσο εγώ, όσο και εκείνη πως δεν τα βλέπαμε, πως δεν τα νιώθαμε, πως όλα έτσι έπρεπε να ήταν, όπως είναι, γιατί έτσι είναι η πορεία των πραγμάτων, φθίνουσα, όπως οι ρυτίδες γύρω από τα χείλη της, όπως τα πρώτα γκριζαρίσματα στις φαβορίτες μου. Μας ένωναν πια τα νεκρωμένα μας κύτταρα ή ίσως ούτε και αυτά, ίσως το μόνο που είχαμε κοινό να ήτανε οι σιωπές μας. Γεμάτες από ανομολόγητες παραδοχές και θύμισες, αντικρουόμενες και αντιφατικές. Περισσότερο θυμόμασταν, η ζωή μας δεν εδραζόταν πια στο παρών κι’αυτή η γαμημένη ζέστη που εδώ και τρείς μέρες μας είχε καθηλώσει κάτω από ένα ανεμιστήρα ταβανιού, μας απαγόρευε να διαφύγουμε από το τώρα. Η παρούσα όμως στιγμή δεν εμπεριείχε καμία πληρότητα και αυτάρκεια κι’αυτό ήταν ήδη μια συγκλονιστική ανακάλυψη από την οποία δεν είχαμε έξοδο διαφυγής.
Άναψα ένα τσιγάρο. Εκείνη είχε από ώρα κλείσει το ψυγείο και καθόταν τώρα πάνω στην κίτρινη κουνιστή καρέκλα στην αυλή κάτω από την λευκή βουκαμβίλια και ξέφαβε τα νύχια της. Ήταν προφανές από τον τρόπο που κρατούσε το βαμβάκι με το ασετόν και το έτριβε στο κάθε της δάχτυλο, πως το τελευταίο που ήθελε να κάνει ήταν να περιποιηθεί τον εαυτό της. Όλες τις οι χειρονομίες πρόδιδαν την ανικανότητα της να απαλαχτεί από αυτή την αποπνιχτική μοναξιά που αισθανόταν. Είμασταν και οι δύο εγκλωβισμένοι στην ίδια σύμβαση, πότε ακριβώς συνομολογήσαμε σ’αυτήν μου ήταν αδύνατο να το διευκρινίσω, ούτε και να το εξηγήσω. Η αφόρητη υγρασία, οι γόπες των τσιγάρων μέσα στο σταχτοδοχείο, οι λεκέδες πάνω στο σώβρακο μου, τα κιτρινιασμένα φύλλα των γερανιών, όλα ένιωθαν πως απεικόνιζαν την άπνοια των σκέψεων μου. Σηκώθηκα πάνω απότομα και άνοιξα το ραδιόφωνο, μια κίνηση που δεν θα πρόσθετε καμία συνάφεια στα τεμαχισμένα κομμάτια της παρούσας στιγμής, ωστόσο δεν ήξερα τί άλλο να κάνω. Η επικαιρότητα υπαγόρευε πως αυτό που έπρεπε να αισθανόμασταν ήταν ένα πολιτικό θυμό, ίσως και αν γατζωνόμασταν από αυτή την υπαγόρευση να παίρναμε αναβολή από το να αντιμετωπίσουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας, σκέφτηκα αλλά η σκέψη μου φάνηκε πιο αφόρητη από την ζέστη. Για κάποιο παράξενο λόγο, μάλλον θα ήταν η φωνή του εκφωνητή, η ίδια ψυχρή μηχανική φωνή που ακουγότανε στις παιδικές μου κυριακές- τίποτα δεν αλλάζει συλλογίστηκα σ’αυτό τον τόπο - με μετακίνησε στο μυστικό επίκεντρο των παιδικών μου χρόνων και για κάποια δευτερόλεπτα ένιωσα πως μυρίζομαι την κολώνια του πατέρα μου, Πίνο Σιλβέστρο, ανακατεμένη με το άρωμα της παρκετίνης που έριχνε τις Κυριακές η μάνα μου στο πάτωμα. Αυτή η στιγμιαία ψευδαίσθηση με τρόμαξε και μάλλον δεν κατάφερα να κρύψω αυτό τον τρόμο από το βλέμμα μου αφού την είδα να τινάζεται από την κίτρινη κουνιστή και να με πλησιάζει απορημένη.
«Τί σου συμβαίνει;» ρώτησε.
«Μάλλον ό,τι συμβαίνει και σε σένα» απάντησα και αυτός ήταν ο κωδικός για να ανοίξει ξανά η πόρτα της απόλυτης σιωπής.
Έκλεισα το ραδιόφωνο και ξάπλωσα ξανά στον καναπέ κοιτάζοντας τον ανεμιστήρα ο οποίος έκανε ένα παράξενο κρότο, μου φάνηκε πως ήτανε παρόμοιος με τον κρότο που κάνουν κάθε μεσημέρι οι μασέλες του πατέρα μου την ώρα που εκείνος απεγνωσμένα προσπαθεί να μασήσει ένα κομμάτι φαί. Τον μισούσα αυτό τον ήχο, όπως μισούσα να βλέπω την παραίτηση του από την ζωή. Καθόταν κάθε μεσημέρι στην ίδια πολυθρόνα, μιλούσε ελάχιστα, σχεδόν καθόλου και ήταν αδύνατον να φανταστώ τί σκεφτόταν, άν δηλαδή το μυαλό του ήταν γεμάτο από αναμνήσεις ή ένα δωμάτιο καμένο, κενό, γεμάτο από τις στάχτες όλων όσων είχε ζήσει. Δεν μύριζε πια Πίνο Σιλβέστρο, μύριζε ιώδιο και κάτουρο και όσο περνούσε ο καιρός αισθανόμουνα πιο κοντά στην βεβαιότητα πως αυτή η μετάβαση από την μια μυρωδιά στην άλλη έρχεται ξαφνικά κι’αν σε πιάσει στον ύπνο, ανυποψίαστο και γεμάτο από κείνη την φοβερή αυτοπεποίθηση πως θα συγκρατείς πάντα το κάτουρο σου και πως θα μουτζώνεις με θράσος την συμβατικότητα της ύπαρξης σου, τότε έχεις ήδη χάσει το παιγνίδι. Αυτό ήταν λοιπόν. Ζούσαμε ένα χαμένο παιγνίδι και γω και κείνη, με τις μυρωδιές μας ήδη σε μια μετάλλαξη την οποία ερχόταν τώρα ο καύσωνας να την κάνει ορατή, αισθητή, αβάσταχτη.
«Πάμε να φύγουμε» ξεστόμισα και δεν ήμουνα καν σίγουρος κάτω από ποιές διεργασίες του νού μου είχα πάρει αυτή την απόφαση.
«Να πάμε πού; Τί εννοείς;» είπε εκείνη χωρίς να κουνήσει κανένα σημείο του σώματος της έστω σαν ένδειξη πως είχε κάπου θαμμένη την ετοιμότητα της να ανατρέψει τα πάντα προκειμένου να διασώσει την αίσθηση των απείρων δυνατοτήτων που μας πλημμύριζε κάποτε.
«Ο καύσωνας αύριο θα υποχωρήσει» συμπλήρωσε καπάκι και πραγματικά διερωτήθηκα άν αυτό της πρόσφερε την οποιαδήποτε εγγύηση πως δεν θα συνέχιζε να ζει δίπλα από τον εαυτό της, αλλά μέσα του.
Δεν είπα τίποτα. Ότι και να έλεγα, όση φωνή και να έβγαζα από μέσα μου δεν θα μπορούσε να διαπεράσει το τείχος. Ήμασταν πια αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο, στις αντίθετες πλευρές ενός τείχους. Το μόνο που απέμενε πια ήταν να τρέξω μακριά όσο πιο γρήγορα μπορούσα, πριν έρθει η νύχτα, πριν κλείσω τα μάτια, πριν δω εκείνο το ίδιον εφιάλτη που έβλεπα εδώ και τρεις μέρες. Πως ήμουνα νεκρός, γυμνός σε ένα διπλό κρεβάτι με λευκά σεντόνια κάτω από ένα ανεμιστήρα ταβανιού που εξακολουθούσε να γυρίζει και να ανακυκλώνει τον ζεστό αέρα κάνοντας τον ίδιο κρότο με τις μασέλες του πατέρα μου. Άντρας, σαράντα και κάτι χωρίς βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό βρέθηκε νεκρός. Ένας ακόμα αριθμος, για τα δελτία ειδήσεων, ανάμεσα στα υπόλοιπα θύματα του καύσωνα, αυτός θα ήταν ο επίλογος της ζωής μου.